μια πρόγευση

Εισαγωγή 

      βιβλιοσυζήτηση

Ο Μπέκετ και τα Άπαντά του με ενοχλούν αφάνταστα.

Τα βράδια δε μ’ αφήνουν να κλείσω μάτι. Στήνουν γλέντια, στριφογυρίζουν μεθυσμένοι και επαναληπτικοί πάνω στα ράφια και περιμένουν τον Γκοντό να γλεντήσει μαζί τους. Περιμένοντας τον φτιάχνουν βουνά από σκόνη και μας θάβουν όλους μέσα για να μην τους ενοχλούμε με τα παράπονά μας. Η Beloved άλλως Αγαπημένη της Τόνι Μόρισον περιφέρεται στον χώρο σαν φάντασμα μπας και τους στοιχειώσει και μετακομίσουν σε κανένα άλλο ράφι, μα αυτοί το χαβά τους. «Μην κλαις, Αγαπημένη», της λέω. «Κάποια στιγμή κάποιος θ’ ακούσει και τη δική σου  ιστορία…».

Κάποτε ο Μπέκετ και η παρέα του ντύνουν τον Ιονέσκο Θεό και σκαν στα γέλια. «Δε σου πάει ο Θεός!», φωνάζουν. Κάπου εκεί μπαίνει και στη συζήτηση ο Σαρτρ με τη Θεωρία των Συναισθημάτων αλλά προκαλεί την αντίδραση της Αγαπημένης που ξεχειλίζει από συναίσθημα, αφήνοντας το κλάμα της να επισκιάσει την οποιαδήποτε θεωρία. «Πάλι κλαίει αυτή;», ρωτά ο Σαρτρ εμφανώς ενοχλημένος. «Ποιον περιμένουμε;», ρωτά το Στόμα. «El Diablo!», απαντά ο Ιταλός και ξεκινώντας να τους περιγράφει τους κύκλους της Κόλασης ρίχνει ένα μαύρο πέπλο στη διάθεση της βραδιάς. «Σκάστε επιτέλους!», ουρλιάζει ένα ξεχασμένο βιβλίο από κάποιο γειτονικό ράφι. «Εσύ να σκάσεις που δε σε ξέρει ούτε η μάνα σου!», φωνάζουν όλοι μαζί βρίσκοντας και πάλι το χαμόγελό τους.

Εγώ συνήθως δε μιλώ. Έμαθα να απολαμβάνω τις νύχτες αϋπνίας που μου προσφέρει το πάρτι τους. Μ’ αρέσει να ακούω πόσο διασκεδάζουν μιλώντας για φιλοσοφία και λογοτεχνία, ισοπεδώνοντας τα πάντα μα ταυτόχρονα ανοίγοντας νέους ορίζοντες. Τους θαυμάζω γι αυτό. Δεν τους ζηλεύω. Δε θέλω να γίνω κι εγώ όπως ο Οθέλλος του Σαίξπηρ, που τον κατέστρεψε η ζήλια του, ούτε όπως ο Σαίξπηρ, που τον  τρέλανε το πολύ όπιο. Έτσι κι αλλιώς αυτός δε μιλά σε κανέναν. Έχει κλειστεί σ’ εκείνη την τεραστίων διαστάσεων τιμητική του έκδοση με τις σχεδόν διάφανες σελίδες και δεν κάνει απολύτως τίποτα. Ούτε καν στους χαρακτήρες του δε μιλά πια. «Εγώ δε θέλω δηλητήριο», μου είπε μια φορά. «Το δηλητήριό μου είναι το ότι με διαβάζουν πια ακόμα και στην τουαλέτα. Εγώ δεν έγραψα τον Βασιλιά Ληρ για να σκουπίζει κάποιος τον κώλο του με αυτό!», μου λέει. Νομίζω πως υπερβάλλει. Άδικα προσπαθεί να τον διασκεδάσει ο Πάολο Κοέλο με τις δικές του αναλύσεις. «Εγώ τι να πω ρε αιωνόβιε! Εμένα έχουν κάνει αυτά που γράφω Βίβλο κι ούτε εγώ ο ίδιος δεν τα πιστεύω πια!».

Γενικότερα έχω προσέξει κάτι πολύ περίεργο να γίνεται στα ράφια τον τελευταίο καιρό. Όλοι μοιάζουν να περνούν μια φάση κατάθλιψης. Αν υπήρχαν ψυχολόγοι για βιβλία θα στοίχιζαν σίγουρα μια περιουσία αφού δεν πρέπει μόνο να γιατρέψουν τους συγγραφείς αλλά και τους χαρακτήρες τους.

Τα ελληνικά βιβλία της βιβλιοθήκης έχουν τακτοποιηθεί σε ένα δικό τους ράφι παντρεύοντας τους χαρακτήρες τους και μιλώντας τις περισσότερες φορές για τον Καβάφη, τον Σεφέρη και όλους τους μεγάλους ποιητές. Προχθές η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη παντρεύτηκε με συνοικέσιο τον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη. Τώρα μένουν μαζί στο ράφι, δίπλα δίπλα. Χειρότερος γάμος δεν μπορούσε να γίνει – καταδικασμένος είναι να αποτύχει κι αυτός όπως κι οι περισσότεροι. «Μα είναι δυνατόν!», αντέδρασε η Κερένια Κούκλα του Χρηστομάνου με τις δασείες και τις περισπωμένες. Σε μια γωνιά η μικρή Κασσάνδρα της Μαργαρίτας Καραπάνου παρακολουθούσε το γλέντι του τέλειου γάμου, γνωρίζοντας καταβάθος, πως ο  δικός της Λύκος παραμόνευε να ξεσκίσει τις σελίδες ολωνών, μαζί και τις δικές της.

 

«Το νου σας!», φώναξαν ο Σωκράτης και ο Αριστοτέλης. Κάποιοι τους άκουσαν και κάποιοι όχι. ‘Άλλωστε τα μεγάλα λόγια των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων απλά τους θύμιζαν την θλιβερή τους κατάντια. «Πώς φτάσαμε ως εδώ ρε Πλάτωνα; Στ’ αλήθεια δε με λυπεί το ότι ο κόσμος δε θα έχει λεφτά για να αγοράζει. Με ενοχλεί που δε θα χει λεφτά για να διαβάζει και δεν υπάρχει χειρότερο κακό από αυτό!». Αυτά τα λέει ένα βιβλίο που πάντα κρύβει τον τίτλο του – δε μ’ έχει αφήσει να το γνωρίσω – ακούω μόνο τις συνομιλίες του από μακριά, μαθαίνοντας πολλά απ’ τη μετριοπάθειά του. «Μη φοβάστε αδέρφια!», φωνάζουν τα κυπριακά βιβλία από απέναντι. «Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε!». Εκείνη είναι και η ώρα που ο Κάφκα ξυπνά και μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα. «Εσείς είσαστε αόρατοι, τι μιλάτε;», τους φωνάζει. Τα κυπριακά βιβλία δυσκολεύονται να κατανοήσουν την αλληγορία του, παραμένοντας προσκολλημένα στο ’74. «Εμείς αόρατοι;», ρωτούν το ένα το άλλο. «Εμείς, ΕΜΕΙΣ αόρατοι;». Μετά ξεχνούν τα πάντα συνεχίζοντας να αναλύουν και να αναμασούν το παρελθόν.

«Φάτε τη σκόνη μου!», ξεπετάγεται από το πουθενά ένας από τους Βρικόλακες της Μέιερ. «Φάτε και τη δική μας σκόνηηηηη!», τον ακολουθούν περπατώντας με νάζι διάφορες ηρωίδες ερωτευμένες, πόρνες και παθιασμένες. «Ελάτε να σας μάθω πώς βρίσκει κανείς την ευτυχία!», συμπληρώνει ένα μπεστ σέλερ αυτοβελτίωσης. «Ελάτε να σας σώσω τον ήδη καταδικασμένο σας γάμο!», συνεχίζει ένα άλλο.

«Εσύ γιατί δε μιλάς;», ρωτά τον Ντοστογιέβσκι η Συλβια Πλαθ.  «Αυτοί μας έχουν φάει λάχανο! Κάτι πρέπει να κάνουμε! Πεθαίνουμεεεε εδώ μέσα, δεν το καταλαβαίνεις;».

Τη βλέπω να φτιάχνει πρόγευμα για τον Petit Prince και τα παραμύθια της βιβλιοθήκης. Μετά τη βλέπω να χώνει το κεφάλι της μέσα σε ένα βιβλίο φωτογραφίας. Η φωτογραφία που επιλέγει φαίνεται ξεκάθαρα. Ένας μεγάλος φούρνος ζεματιστός.

«Τι πας να κάνεις;», φωνάζω από μακριά για να τη σταματήσω. Γυρίζει για μια στιγμή και με κοιτάζει. Οι σελίδες της έχουν αρχίσει να σιγοκαίνε.

«Εσύ ποιος είσαι;», με ρωτά.

Τα χείλη μου παραλύουν. Χώνει και πάλι το κεφάλι της στην πυρά, σαν μάγισσα.

Από μακριά ο Εστραγκόν του Μπέκετ ρωτά με αφέλεια: «Πάλι αυτοκτόνησε αυτή;».

«Ναι…», του λέω διστακτικά. «Έχωσε το κεφάλι της μέσα σ’ ένα φούρνο».

«Εσύ ποιος είσαι;», με ρωτά.

Χάσκω. Δε μιλώ.

Ο ΚΑΝΕΝΑΣ!, ψιθυρίζει στο αφτί μου η Αγαπημένη.

“Ο… κανένας…”, του απαντώ.

 

 

Σελοφάν

Εγώ κι ο μπαμπάς τυλιγμένος σε σελοφάν μιλούμε τα βράδια.

Όταν κοιμάται η μαμά ανοίγω το ερμάρι του ξενώνα. Του δείχνω τα καινούργια μου παιχνίδια, το μεγάλο τρακτέρ με το τηλεχειριστήριο και το αρκουδάκι που γράφει “grandson” κι αυτός μουντζουρώνει το σελοφάν με την ανάσα του και μου σχηματίζει καρδιές με τη μύτη. Προσπαθώ να τον πλησιάσω και να τον φιλήσω σαν Εσκιμώος μα δεν φτάνω και τα σχέδια στο σελοφάν σβήνουν γρήγορα, δεν έχει χώρο για περισσότερα. Στέκεται σαν μούμια Τουταγχαμών ακίνητος μέσα στο ξύλο. Aυτό μου θυμίζει τις κάσες που κρατούν καλά κλειστούς τους πεθαμένους. “Οι ζωντανοί δεν αντέχουν τους πεθαμένους”, έλεγε η γιαγιά. Οι ζωντανοί φοβούνται τους πεθαμένους γι αυτό και τους κλείνουν σε κουτιά για να μην ξυπνήσουν και πάρουν εκδίκηση σαν βρικόλακες! Αυτό το λέω εγώ.

… /Η μαμά δεν μιλάει πολύ / Έκαψα το χαλί με τον αναπτήρα σου / Συγγνώμη μπαμπά / Δε ζεσταίνεσαι εκεί μέσα; / Γιατί δε μιλάς; / Μπορείς να με τυλίξεις κι εμένα με το σελοφάν από το κατάστημα DIY; / Σ’ αγαπώ μπαμπά / Η μαμά σήμερα μου είπε να σκάσω! / Ναι. Θα ‘μαι καλό παιδί / Ναι. Υπόσχομαι! / Παράτα με!, μου είπε / Κι εγώ μπαμπά… / Πεινάς; Έχει κοτόπουλο / Καληνύχτα… / Θα μιλήσεις κι άλλο αύριο; / Δεν έχω φίλους! Εσύ; / …

Περνώ αρκετές ώρες μέσα στο ντουλάπι μαζί του. Χαϊδεύω το σελοφάν του. Το καταλαβαίνει όταν τον αγγίζω, είμαι σίγουρος. Βλέπω σταγόνες στο σελοφάν. Μάλλον ιδρώνει απ’ τη χαρά του. Αν δεν μ’ είχε κι εμένα θα βαριόταν μες το σκοτάδι. Μου λέει πως ακόμη ακούει τον ήχο απ’ τις ρόδες.

Χρρρρρρρρρρρρρρρ

Δεν πρέπει όμως να μιλώ γι αυτό.

Θέλω να πω στη μαμά πως ο μπαμπάς δεν έφυγε, πως πρέπει να σταματήσει να κλαίει τα βράδια και να μου φωνάζει, γιατί ο μπαμπάς είναι ακόμη εδώ, μαζί μας, και πως εγώ του μιλώ και τον ρωτώ κι αυτός μου απαντά. Θέλω πολύ να της πω πως μου είπε πως υπάρχουν δισεκατομμύρια αστέρια στον ουρανό και πως μπορώ να γίνω ακόμη κι αστροναύτης αν το θελήσω (ακόμη κι αν έχω μυωπία) και πως δεν πρέπει να ακούω ποτέ τους άλλους γιατί απλά θα γίνω αυτό που θέλουν αυτοί και πως η λέξη “πούστης” σημαίνει πολλά πράγματα και πως το λεξικό λέει, αν κοιτάξω καλά, πως η λέξη χρησιμοποιείται: “(σε ένδειξη θαυμασμού) για κάποιον που κατάφερε κάτι αξιοθαύμαστο”. Θέλω να της πω επίσης πως το ότι ανακάλυψα τον μπαμπά τυλιγμένο σε σελοφάν μέσα στο ντουλάπι είναι πράγματι “αξιοθαύμαστο” γιατί αν δεν ήμουν εγώ θα πέθαινε από την πείνα, τη δίψα, τη μοναξιά, τον σκόρο και χιλιάδες άλλους μικροοργανισμούς.

Χθες το βράδυ, ο μπαμπάς κι εγώ μιλούσαμε ώρες ολόκληρες.  Τον ρώτησα αν ήθελε να βγάλω το σελοφάν από πάνω του ώστε να μπορέσει να κουνηθεί. Δε μου απάντησε.

Σήμερα το πρωί βρήκα τον μπαμπά έξω, πεταμένο στο μεγάλο κάδο που γράφει SKIP. Ήταν ακόμη σε σελοφάν, με το ένα χέρι να εξέχει.

Φώναξα “Ααααααααααααααα” κι άρχισα να κλαίω δυνατά.

Η μαμά με τράβηξε  με δύναμη.

“Ένα κουστούμι είναι να πάρει ο διάολος! ‘Ένα κουστούμι…”  μου είπε και κλείστηκε στην τουαλέτα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s